θεοκρασία

θεοκρασία
η синкретизм

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "θεοκρασία" в других словарях:

  • θεοκρασία — θεοκρασίᾱ , θεοκρασία mingling with God fem nom/voc/acc dual θεοκρασίᾱ , θεοκρασία mingling with God fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεοκρασία — η (Α θεοκρασία) νεοελλ. συγκρητισμός, η ανάμιξη και συγχώνευση διαφόρων θρησκειών, θεών και τύπων λατρείας αρχ. η μίξη με θεό. [ΕΤΥΜΟΛ. < θεο * + κρασία (< κράσις «μίξις» < κεράννυμι), πρβλ. α κρασία, ιδιο συγ κρασία] …   Dictionary of Greek

  • θεοκρασίαν — θεοκρασίᾱν , θεοκρασία mingling with God fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεο- — (AM θεο ) πρώτο συνθετικό πολλών λέξεων τής ελληνικής που έχουν την έννοια ότι αυτό που δηλώνεται από το δεύτερο συνθετικό γίνεται από τον θεό (ή τους θεούς) ή για χάρη τού θεού ή έχει ως αντικείμενο τον θεό («θεόδμητος», «θεοσεβής», «θεόφρων»)… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Θρησκεία — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ Το περιεχόμενο της θρησκείας που επικράτησε στον ελλαδικό χώρο κατά την Παλαιολιθική εποχή δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί επακριβώς. Τα λιγοστά και δυσεξιχνίαστης σημασίας ευρήματα δεν βοηθούν προς την κατεύθυνση αυτή …   Dictionary of Greek

  • ԱՍՏՈՒԱԾԱԽԱՌՆՈՒԹԻՒՆ — ( ) NBH 1 0323 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical գ. Ճշմարիտ միաւորութիւն մարդկութեան ընդ աստուածութեան ընդ աստուածութեան յանձին բնին. *Ածախառնութեամբ էմմանուէլ ʼի կուսէն ծնաւ. Խոր. վրդվռ.: *Ընդ փայտ դալար զայս առնեն. առակաւ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»